19.10.19 | 10:54

 

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Αναιτιολόγητες απολύσεις: Τι άλλαξε για εργαζόμενο - εργοδότη
13.08.19 | 08:19

Αναιτιολόγητες απολύσεις: Τι άλλαξε για εργαζόμενο - εργοδότη

Έντονη συζήτηση στον νομικό κόσμο, αλλά και στον κόσμο της εργασίας έχει προκαλέσει το περιεχόμενο τροπολογίας που ήλθε την προηγούμενη εβδομάδα στην Βουλή και εγκρίθηκε από την Ολομέλεια, με την οποία καταργήθηκε παλαιότερη ρύθμιση του Μαΐου του 2019. Με την εν λόγω τροπολογία καταργείται η υποχρέωση των εργοδοτών να αιτιολογούν τις απολύσεις εργαζομένων στις οποίες προβαίνουν. Πλέον δηλαδή κάποιος εργοδότης μπορεί να προχωρά σε αναιτιολόγητη απόλυση εργαζομένου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί κάποιον βάσιμο λόγο για την απόλυση, όπως ίσχυε και πριν το Μάιο του 2019. Ασφαλώς και στις δύο περιπτώσεις ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο αποζημίωση προκειμένου να ολοκληρωθεί η απόλυση και να είναι αυτή έγκυρη.

Η ρύθμιση του Μαΐου του 2019 είχε αντιμετωπιστεί θετικά από τον κόσμο της εργασίας, καθώς συνιστούσε ουσιαστικά μετακύλιση του βάρους της απόδειξης για τους λόγους της απόλυσης από τον εργαζόμενο στον εργοδότη. Με απλά λόγια, μετά την καθιέρωση της αιτιολογημένης απόλυσης, ο εργοδότης ήταν αυτός ο οποίος θα έπρεπε να επικαλεστεί και να αποδείξει τη συνδρομή βάσιμων και σοβαρών λόγων για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης. Αντίθετα, με το προγενέστερο του Μαΐου 2019 καθεστώς και με το σήμερα ισχύον, την απόδειξη για την καταχρηστική άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματός του να καταγγείλει μία σύμβαση φέρει ο εργαζόμενος.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναιτιολόγητη απόλυση δεν σημαίνει και καταγγελία της σύμβασης χωρίς λόγο, δηλαδή αυθαίρετα. Τόσο με το προϊσχύον του Μαΐου καθεστώς όσο και με αυτό που προέκυψε μετά την ψήφιση της σχετικής τροπολογίας την προηγούμενη εβδομάδα, το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ελεγχόταν με βάση τη διάταξη του ΑΚ για την καταχρηστική άσκηση ενός δικαιώματος. Και σε αυτή την περίπτωση δηλαδή, εφόσον ο εργαζόμενος έκρινε ότι η απόλυση από τη θέση εργασίας του έγινε για λόγους μη βάσιμους, μπορούσε να προσφύγει στα δικαστήρια και να ζητήσει την ακύρωσή της.

Αυτό που άλλαξε με την ρύθμιση που είχε εισηγηθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τον Μάιο του 2019 είναι ότι ο εργοδότης όφειλε να εκθέσει τους λόγους της απόλυσης και να αιτιολογήσει τη βασιμότητά τους. Αυτό δημιουργούσε μεγαλύτερη ευθύνη στους εργοδότες, οι οποίοι όφειλαν να είναι ποιο προσεκτικοί, να «σκέφτονται δύο φορές» πριν προβούν στην απόλυση κάποιου εργαζόμενου. Κατά την εκτίμησή μας δε, η συγκεκριμένη διάταξη θα μπορούσε να περιορίσει αρκετά τις καταχρηστικές απολύσεις και να συμβάλει στην δημιουργία ενός πιο ορθολογικού εργασιακού πεδίου, όπου ο εργοδότης οφείλει να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους λαμβάνει μία δυσμενή για τον εργαζόμενο απόφαση, πριν λάβει αυτή την απόφαση. Με αυτό τον τρόπο περιορίζεται το πεδίο των εκτιμήσεων ως προς τους λόγους της απόλυσης, ενώ γίνεται ευχερέστερο και το δικαιοδοτικό έργο, καθότι περιορίζεται το εύρος των περιπτώσεων που ελέγχονται για καταχρηστικότητα. Το κυριότερο όμως, κατά την άποψή μας, είναι ότι με την ρύθμιση που ίσχυσε από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 2019 και η οποία καταργήθηκε με την πρόσφατη τροπολογία, απαλλασσόταν ο εργαζόμενος, δηλαδή το αδύναμο μέρος της εργασιακής σχέσης, από την υποχρέωση να αποδεικνύει κάθε φορά αν μία καταγγελία υπήρξε καταχρηστική, απόδειξη η οποία σε πολλές περιπτώσεις όφειλε να περιλαμβάνει περίπλοκους λογιστικούς υπολογισμούς, αναζήτηση και ανάλυση εταιρικών στοιχείων και δεδομένων κλπ, δηλαδή διαδικασίες και αναζητήσεις με σημαντικό κόστος το οποίο σε πολλές περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν μπορούσε να αναλάβει μένοντας ουσιαστικά απροστάτευτος προ μίας άδικης απόλυσής του.   

 

 

 

* Σε συνεργασία με το Δικηγορικό Γραφείο «Λάμπρος Σ. Ντουματσάς & Συνεργάτες», Πανεπιστημίου 42, 106 79 Αθήνα, Τηλ. 210 3631640, 210 3641468

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ